Ακολουθεί το άρθρο στην εφημερίδα Ναυπακτία Press που δημοσιεύθηκε στις 22/08/2025.

Ο Δημήτριος Παπαχαραλάμπους απεβίωσε τον Αύγουστο του 1961 στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του πολύτιμη παρακαταθήκη προσφοράς και ήθους. Η ταφή του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στη Ναύπακτο. Η μνήμη του παραμένει ζωντανή ως υπόμνηση της ευθύνης και της αφοσίωσης προς το κοινό καλό. Στην πραγματικότητα ο Παπαχαραλάμπους δεν "έφυγε". Άφησε πίσω του όχι απλώς υποδομές πολιτισμού, αλλά αρχές· όχι μόνο δωρεές, αλλά ήθος. Ήταν ένας ακούραστος εργάτης του καλού, που δίδαξε με τη ζωή του ότι η αληθινή ευεργεσία είναι στάση ύπαρξης, όχι πράξη προβολής.
Κι αν σήμερα η Ναύπακτος μπορεί να μιλά για πολιτισμό και για πρόοδο το οφείλει σε μεγάλο βαθμό σ’ εκείνον που την ευπρέπισε τη δεκαετία του 1960.
Ο Δημήτριος Παπαχαραλάμπους δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος μετανάστης στη Νέα Υόρκη· ήταν μια σπάνια προσωπικότητα, ένας άνθρωπος με εσωτερικό μεγαλείο, με ταπεινή καταγωγή αλλά πνευματικό πλούτο που ξεπερνούσε τα σύνορα. Ήταν ένας αληθινός ευπατρίδης της διασποράς.
Γεννήθηκε στη Χόμορη, όπου η ζωή δεν του χαρίστηκε. Με μόνη εκπαιδευτική βάση το Δημοτικό Σχολείο, αναγκάστηκε να αναμετρηθεί από νωρίς με τη στέρηση. Δεν λύγισε. Τα πρώτα βήματα της επαγγελματικής του ζωής δίπλα στον έμπειρο γυρολόγο Παπαηλία, σε εμπορικά ταξίδια από χωριό σε χωριό στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, τον δίδαξαν την αξία της επιμονής, την αντοχή, την προσαρμοστικότητα. Ήταν αυτά τα πρώιμα μαθήματα ζωής που του έδωσαν τα θεμέλια για να χτίσει μια προσωπικότητα μαχητική αλλά ταπεινή, πρακτική αλλά οραματική.
Στα 22 του, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, στο κέντρο ενός κόσμου αχανούς και απαιτητικού. Δεν λύγισε· αντιθέτως, άνθισε. Πουλώντας λουλούδια, φρούτα και κάστανα στους δρόμους, δεν επεδίωκε μόνο το κέρδος. Επένδυε στη σχέση με τον άνθρωπο. Ένας χαιρετισμός με σεβασμό, ένα λουλούδι στο πέτο ενός παιδιού, ένα καλό λόγο ήταν πράξεις καθημερινής ευγένειας που τον μετέτρεψαν σε μορφή αγαπητή και αναγνωρίσιμη. Το ανθοπωλείο του δεν έγινε διάσημο μόνο για την ποιότητα των λουλουδιών του, αλλά για την ποιότητα της ψυχής που το λειτουργούσε.
Ψηλός, κομψός, με εμφάνιση κοσμοπολίτη και ηρεμία στον λόγο του, κέρδιζε τον σεβασμό χωρίς να τον απαιτεί. Η συναναστροφή του με μορφωμένους κύκλους, Αμερικανούς και Έλληνες, του άνοιξε ορίζοντες. Όμως το ιδανικό της ευεργεσίας δεν του το δίδαξε κάποιος· το είχε μέσα του. Η φιλανθρωπία του ήταν έκφραση εσωτερικής πληρότητας που πήγαζε από μια παλιά πληγή: τη δική του στέρηση για μόρφωση. Ήθελε να βοηθήσει στην κατεύθυνση του ότι η παιδεία να γίνει δικαίωμα όλων και όχι προνόμιο λίγων. Έτσι, αποφάσισε να δώσει στα παιδιά του τόπου του αυτό που ο ίδιος δεν είχε ποτέ: την ευκαιρία να μάθουν, να προοδεύσουν, να απελευθερωθούν μέσω της γνώσης.
Όταν ένιωσε ότι ο κύκλος του στην Αμερική είχε κλείσει, παραχώρησε το ανθοπωλείο του στους εργαζόμενους του, σε μια κίνηση βαθιάς αναγνώρισης και εμπιστοσύνης, και επέστρεψε στη Ναύπακτο. Εκεί, έμελλε να προσφέρει το μεγαλύτερο έργο της ζωής του.
Η συμβολή του στον πολιτιστικό και κοινωνικό ιστό της πόλης υπήρξε καταλυτική: η Δημόσια Βιβλιοθήκη, το Εθνικό Στάδιο, η Αίθουσα Εκδηλώσεων, η Φιλαρμονική, το Κοινωφελές ίδρυμα για προικοδότηση άπορων κοριτσιών και υποδομές κοινής ωφέλειας φέρουν την σφραγίδα του. Όμως περισσότερο κι από τα έργα, είναι το όραμα πίσω από αυτά με τη γνώση και την ενότητα ξεκινά η πρόοδος μιας κοινωνίας.
Οι αντιξοότητες δεν έλειψαν. Βρέθηκε αντιμέτωπος με συμφέροντα, αδιαφορία και μικροπρέπειες. Οργίστηκε αλλά δεν παραιτήθηκε. Με ψυχραιμία, ζητούσε συνεννόηση, υπενθυμίζοντας το κοινό χρέος με τα παρακάτω λόγια: «Εάν μεταξύ υμών και της Επιτροπής Βιβλιοθήκης υπάρχουν κομματικές διαφορές, σας παρακαλώ να τις μαζέψετε σ’ ένα δέμα και να τις βάλετε σ’ ένα βαρέλι, να το πάρει ο σκουπιδιάρης και να βαδίσετε αγαπημένοι με ένα και μόνο σκοπό, την εκτέλεσιν του έργου. Εγώ βαδίζω πάντα ευθέως, χωρίς να επηρεάζομαι από πάθη».
Χάρη στη διορατικότητά του και τις νομικές του προβλέψεις, διασφάλισε τη βιωσιμότητα των δωρεών του. Όσοι επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν τη γενναιοδωρία του δεν κατόρθωσαν να αμαυρώσουν το έργο του.
Το 1959, η ελληνική πολιτεία τον τίμησε με παράσημα και τον τίτλο του Εθνικού Ευεργέτη. Εκείνος όμως κρατούσε ως μεγαλύτερη ανταμοιβή μια εικόνα: τα παιδιά που επισκέπτονταν τη Βιβλιοθήκη του στη Ναύπακτο. Καθόταν τα παρατηρούσε, μοίραζε καραμέλες και ρωτούσε με χαμόγελο τον διευθυντή: «Πώς πήγαμε σήμερα; Είχαμε πελάτες;»
Οι "πελάτες" του ήταν οι νέοι του μέλλοντος, που θα συνέχιζαν το νήμα της πολιτισμικής προόδου.
Γιάννης Χαλάτσης, Αύγουστος 2025